ξυμφοράν

ξυμφοράν
συμφορά̱ν , συμφορά
bringing together
fem acc sg (attic doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • Королевство вандалов и аланов — Королевство ← …   Википедия

  • GRANDO — Graece κάλαζα, nix coagulata est, veteri Scholiastae Pap. Theb. l. 8. v. 408. ubi solidam nivem eam vocat: de cuius natura vide Aristot. Meteorologic. l. 1. c. 12. Niceph. Blemmydam Epitom. Physic. c. 14. Platonem et eius Commentatores in Timaeo …   Hofmann J. Lexicon universale

  • ενθυμούμαι — (AM ἐνθυμοῡμαι, έομαι και ἐνθυμίζομαι) έχω ή διατηρώ κάτι στην ψυχή μου, στη σκέψη μου, στη μνήμη μου, σκέπτομαι, σταθμίζω με τον νου, αναλογίζομαι, συλλογίζομαι («καὶ οἱ αὐτοὶ ἤτοι κρίνομέν γε ἤ ἐνθυμούμεθα ὀρθῶς τὰ πράγματα», Θουκ.) νεοελλ. μσν …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”